Autonomy as political project in Cornelius Castoriadis theory (Master thesis)

Χριστοφόρου, Στέλλα


Το ζήτημα που μας απασχολεί εδώ είναι το ζήτημα της αυτονομίας, έτσι όπως αναδύεται μέσα από τα κείμενα του Κορνήλιου Καστοριάδη. Όταν μιλάμε για αυτονομία εννοούμε βεβαίως αυτονομία ατομική και αυτονομία συλλογική. Την έννοια την συναντάμε αρχικά στον Θουκυδίδη(αυτόνομος πόλις), αναπτύχθηκε στην Αρχαία Ελλάδα και μετέπειτα ψήγματα αυτής συναντάμε στην Δυτική Ευρώπη από την αναγέννηση και έπειτα. Η πορεία της ζωής του Κορνήλιου Καστοριάδη, οι συνθήκες στις οποίες ωρίμασε ο ίδιος ως άτομο και οι μεγάλοι στοχαστές με των οποίων τα κείμενα ήρθε σε επαφή, έπαιξαν σημαντικό ρόλο όσον αφορά στην σκέψη του. Άφησε ως παρακαταθήκη ένα σημαντικό έργο τόσο ως προς την πολυπλευρικότητα του όσο και ως προς την βαθιά ανάλυση του. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1922, ο ίδιος και η οικογένεια του μετακομίζουν στην Αθήνα την ίδια χρονιά. Κατά την Μεταξική δικτατορία το 1937 έρχεται σε επαφή με τα κείμενα του Μάρξ και ταυτόχρονα εντάσσεται στη νεολαία του Κ.Κ.Ε από το οποίο αποχωρεί το 1941. Το 1942 έρχεται σε επαφή με τον Άγι Στίνα και δύο χρονιά μετά δημοσιεύει τα πρώτα του κείμενα στο Αρχείον Κοινωνιολογίας. Πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες οδηγούν την χώρα στον αιματηρό Δεκέμβρη του 1944. Το γεγονός αυτό σημάδεψε βαθειά τον νεαρό Καστοριάδη όπου αργότερα το 1945 κάτω από δύσκολες συνθήκες μαζί με άλλους καταφεύγει στο Παρίσι. Εκεί έρχεται σε επαφή με τον Claude Lefort και προσχωρεί στο τροτσκιστικό διεθνιστικό κομμουνιστικό κόμμα από το οποίο αποχώρησε επίσης το 1948. Το ίδιο έτος μαζί με άλλους διαφωνούντες ίδρυσε την ομάδα που εξέδωσε το 1949 το πρώτο τεύχος του περίφημου περιοδικού Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα το οποίο ενέπνευσε το πνεύμα της περίφημης εξέγερσης του Μάη του 68. Το 1970 ασχολείται με την ψυχανάλυση και εργάζεται στην ομάδα του Lacan με τον οποίο αργότερα διαφωνεί, επιβεβαιώνοντας έτσι μια παράδοση που τον θέλει συνεχώς να διερεύνα βαθιά και να μη δέχεται κανέναν και καμία θεωρία ως αυθεντία. Το 1975 εκδίδει το πιο αντιπροσωπευτικό έργο του, την Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, το οποίο τον καθιέρωσε ως έναν από τους μεγαλύτερους στοχαστές της γενιάς του. Η κριτική του Καστοριάδη στον Μάρξ, σε οικονομικό μα και σε ιστορικό- φιλοσοφικό επίπεδο αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες στιγμές στο έργο του, κυρίως για την μετέπειτα πορεία της σκέψης του. Εδώ είναι σημαντικό να πούμε πως η συμβολή του Μάρξ στη σκέψη του Καστοριάδη υπήρξε τεράστια, ο ίδιος είχε δηλώσει σε συνέντευξη τους πως: “χωρίς τον Μάρξ δεν θα ήμουν αυτός που είμαι”. Θα αναφερθούμε στα κεντρικά σημεία της κριτικής του Καστοριάδη, σαν σημείο εκκίνησης της έρευνάς μας, δίχως να επιμείνουμε σε αυτή. Ο Καστοριάδης λέει για τον Μάρξ ότι υπήρξε αντινομικός, πως δηλαδή σε κάποια περίοδο της ζωής του υπήρξε πραγματικά επαναστατικός, για παράδειγμα ο Μάρξ ήταν αυτός ο οποίος ανέδειξε τον ρόλο της πάλης των τάξεων μέσα στην κοινωνία όπως επίσης μόνο εκείνος αρχικά έθεσε το ζήτημα όχι της παρατήρησης του κόσμου απλά, αλλά την αλλαγή του προς το καλύτερο. Ταυτόχρονα όμως συμπαρασύρθηκε από το ρεύμα του επιστημονικού θετικισμού της εποχής και όμοια με τον Χέγκελ θέλησε να συγκροτήσει ένα φιλοσοφικό σύστημα καθιέρωσης μιας απόλυτης θεωρίας-γνώσης. Αυτό το στοιχείο το συντηρητικό, λέει ο Καστοριάδης, εν τέλει υπερίσχυσε στην Μαρξική θεωρία, κάτι που οδήγησε σε έναν οικονομικό ντετερμινισμό. Η οικονομία και η τεχνική κυριάρχησαν έναντι όλων των εκφάνσεων του κοινωνικού βίου. Τα πάντα εξηγούνται με βάση τη λογική και οδηγείται ο Μάρξ, κατά τον Καστοριάδη , σε μια ολιστική θεώρηση της ιστορίας κάτι που οδηγεί τελικά στον ιστορικό ντετερμινισμό. Με βάση αυτό το μοντέλο η ιστορία λειτουργεί με προκαθορισμένους-συγκεκριμένους και απόλυτους νόμους. Η ιστορία λέει ο Καστοριάδης είναι δημιουργία, δεν είναι προκαθορισμένη ούτε μπορεί να προβλεφθεί και να καθοδηγηθεί. Αυτό το συντηρητικό στοιχείο της Μαρξικής θεωρίας είναι που ευθύνεται για την γραφειοκρατικοποίηση του εργατικού κινήματος, που σε ένα αληθινά επαναστατικό κίνημα, αντιτάσσει ο Καστοριάδης κανείς δεν είναι κάτοχος μιας απόλυτης και υπέρτατης αλήθειας. Ο Καστοριάδης όμως παρατήρησε κάποιες αδυναμίες και στη οικονομική θεωρία κάθε αυτή, έτσι όπως αναπτύσσεται μέσα από τα κείμενα του Μαρξ. Αυτό αφορά στις αντιφάσεις που υφίστανται μέσα στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και που οδηγούν κατά τον Μαρξ, σε κρίσεις που θέτουν σε κίνδυνο το ίδιο το σύστημα. Αυτές οι κρίσεις εκφράζονται από τον Μαρξ με τους εξής νόμους: α) αύξηση του ποσοστού κέρδους β) αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου γ) πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Αυτοί οι νόμοι λέει ο Καστοριάδης παρουσιάζουν αδυναμίες όσον αφορά σε πρακτικό επίπεδο. Στο σημείο που εστιάζει ο Καστοριάδης όμως έχει να κάνει με την εργατική δύναμη, η οποία υποβαθμίζεται από τους Μαρξιστές κυρίως, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τους εργάτες ως υποκείμενα που υπόκεινται σε ιστορικές νομοτέλειες. Κατά τον Καστοριάδη η αξία της εργασιακής δύναμης έχει να κάνει με την πραγματική απόδοση του εργάτη μέσα στο περιβάλλον της δουλειάς του. Το ίδιο αναδεικνύει και η ίδια η πάλη των τάξεων όπως διατυπώθηκε από τον ίδιο τον Μαρξ στα κείμενα της νεότητας του πριν ακόμη επηρεαστεί από τον επιστημονικό θετικισμό. Ουσιαστικά ο Καστοριάδης χρεώνει στον Μαρξ ότι έδωσε τις βάσεις ώστε ο Μαρξισμός να εδραιωθεί ως ιδεολογία (ακριβώς με την έννοια που προσδίδει ο Μαρξ σε αυτόν τον όρο) και κατ´ επέκταση να οδηγηθεί στην συγκάλυψη του κοινωνικού φαντασιακού. Με τον τρόπο αυτό απειλείται η ανάδυση του προτάγματος της αυτονομίας σε συλλογικό επίπεδο. Κατόπιν εστιάζουμε στη κριτική του Καστοριάδη απέναντι στον Freud και στους μετέπειτα Φροϋδικούς όπως ο Lacan. Για το Καστοριάδη ο Freud υπήρξε αντινομικός όπως ο Μαρξ, ότι δηλαδή ενώ ο ίδιος έφερε στο φως την ύπαρξη της ριζικής φαντασίας στους ανθρώπους ταυτόχρονα ο ίδιος συνετέλεσε στην συγκάλυψη της ώστε να απειληθεί αυτή τη φορά η ανάδυση και η κατάκτηση της ατομικής αυτονομίας. Ο Freud ομοίως συμπαρασύρθηκε από τον επιστημονικό θετικισμό της εποχής του και θέλησε σύμφωνα με το Καστοριάδη να αναγάγει την ψυχανάλυση σε μια αυστηρή επιστήμη. Την ίδια παράδοση συνέχισαν και οι σύγχρονοι μελετητές του Φρόυντ. Όμως η ψυχανάλυση λέει ο Καστοριάδης, είναι μια πρακτικοποιητική δραστηριότητα που ανήκει στον χώρο της δόξας και όχι της επιστήμης, η ψυχή, η παράσταση, το ασυνείδητο είναι ένα πεδίο το οποίο είναι μη λογικό να υποτάσσεται σε νόμους και στις «απαιτήσεις της καθοριστικότητας» και δεν μπορεί να διαχωρίζεται από τα συναισθήματα. Το αποτέλεσμα αυτού φαίνεται και στην στάση του αναλυτή, οποίος έχει οικειοποιηθεί το ρόλο αυθεντίας-δασκάλου ενώ για τον Καστοριάδη η σχέση μεταξύ αναλυτή και αναλυόμενου πρέπει αν είναι ισότιμη και αυτό μπορεί να γίνει με το να καταλάβει ο αναλυτής πως η ψυχανάλυση είναι μια διαδικασία διαρκούς διαύγασης της ψυχής μεταξύ όλων των συμμετεχόντων συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του αναλυτή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Φρόυντ να συλλάβει την μετουσίωση(αυτήν την ικανότητα της ψυχής) διαφορετικά από την πραγματική της φύση. Θεωρεί ότι επιβλήθηκε στις ενορμήσεις από τον πολιτισμό. Όμως ο Καστοριάδης αναφέρει πως αν δεν υπήρχε η μετουσίωση ως ικανότητα της ψυχής δεν θα υπήρχε ο πολιτισμός και εκεί ενυπάρχει η διαφορά μεταξύ Καστοριάδη και Φρόυντ σχετικά με την φύση και σημασία της ριζικής φαντασίας. Όλη αυτή η εικόνα φαίνεται κυρίως μέσα από τα κοινωνιολογικής φύσης έργα του Φρόυντ αυτά δηλαδή που μιλούν για τη γένεση και την εξέλιξη της κοινωνίας. Η κριτική εδώ του Καστοριάδη στρέφεται ενάντια στις βασικές αρχές όπως αναδύονται μέσα σε αυτά τα έργα, στην απαγόρευση της αιμομιξίας, στην απαγόρευση του ενδοφυλετικού φόνου και στον συνασπισμό των αδερφών. Η βασική του ένσταση επικεντρώνεται στο ότι αυτές οι αρχές δεν αποτελούν προϊόν γένεσης της κοινωνίας επειδή ακριβώς πρόκειται για ήδη εκκοινωνισμένους ανθρώπους που δημιούργησαν αυτές τις αρχές-αυτές τις απαγορεύσεις. Εν τέλει καταλήγει ο Καστοριάδης παραλλάσσοντας την γνωστή πρόταση του Φρόυντ, «όπου ήταν Αυτό πρέπει Εγώ να γίνω» σε «όπου είναι Αυτό πρέπει και Εγώ να αναδυθώ» δείχνοντας έτσι ότι τίποτα στην υπόσταση του ανθρώπινου όντος δεν πρέπει αν εξαλειφθεί, αντίθετα οι άνθρωποι πρέπει να εγκαθιδρύσουμε μια τέτοια σχέση με το ασυνείδητο μας ώστε να οδηγηθούμε στην κατάκτηση της ατομικής μας αυτονομίας. Αυτονομία λοιπόν, αυτονομία ατομική και αυτονομία συλλογική. Για να δούμε την ατομική αυτονομία ως είδος. Η φαντασία λέει ο Καστοριάδης είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ ανθρώπων και ζώων. Η δυνατότητα μας δηλαδή ως είδος να θέτουμε νοήματα εκεί όπου δεν υπάρχουν. Για αυτό οι άνθρωποι δημιουργήσαμε κοινωνίες, νόμους, τέχνες, πολιτισμό, ιστορία. Είναι δηλαδή πηγή δημιουργίας. Είδαμε στην κριτική του Καστοριάδη ως προς τον Φρόυντ, πως δεν τίθεται ζήτημα κυριαρχίας του συνειδητού έναντι του ασυνείδητου. Το θέμα είναι να υπάρχουν αρμονικά ως αυτό που είναι, δηλαδή ως μια ολότητα, υπό αυτή την έννοια μπορούμε να υφιστάμεθα ως αυτόνομα άτομα. Το αυτόνομο υποκείμενο διακατέχεται από αναστοχαστικότητα, δηλαδή πλήρη συνείδηση του εαυτού του και του περιβάλλοντος του και δρα κατ αυτόν τον τρόπο. Αυτήν την κατάσταση κατά την οποία το άτομο κατακτά την ατομική του αυτονομία ο Καστοριάδης την χαρακτηρίζει ως «ριζικό διαχωρισμό του ατόμου από την κατάσταση ετερονομίας του» δηλαδή αποκόπτει τον εαυτό του από την πλήρη και τυφλή αποδοχή των κανόνων-νόμων που του επιβάλλονται από την κοινωνία. Όταν λοιπόν λέμε πως ένα άτομο είναι αυτόνομο, εννοούμε πως αυτό το άτομο έχει εγκαθιδρύσει μια τέτοια διαφορετική σχέση με τον εαυτό του, που του επιτρέπει να μην υποδουλώνεται στην επανάληψη, που του επιβάλει η κανονικότητα. Σε επίπεδο ατομικό είδαμε πως δεν υφίσταται κυριαρχία του συνειδητού έναντι του ασυνείδητου. Ο άνθρωπος όμως λέει ο Καστοριάδης είναι προορισμένος να ζει συλλογικά, είναι κοινωνικό ον. Υπό αυτή την οπτική δεν μπορεί να υφίσταται κυριαρχία έναντι των άλλων μέσα σε μια κοινωνία. Η αυτονομία είναι μια κατάσταση που δημιουργείται από αυτόνομα άτομα, μόνο ως τέτοια μπορεί να υφίσταται. Εδώ μιλάμε βέβαια για την μετάβαση της κατάστασης της αυτονομίας σε συλλογικό επίπεδο. Αυτονομία λοιπόν λέει ο Καστοριάδης είναι μια διαυγασμένη κατάσταση διαρκούς δραστηριότητας, που οδηγεί στην αυτοθέσμιση της κοινωνίας. Ερχόμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με το ζήτημα της ελευθερίας. Μια αυτόνομη κοινωνία απαρτίζεται από ελεύθερους πολίτες, όταν αναγνωρίζουμε την ελευθερία ως δικαίωμα την αναγνωρίζουμε για όλους. Η ελευθερία εδώ δεν νοείται ως κάνω ότι μου κατέβει στο κεφάλι, σέβομαι τους κανόνες και τους νόμους που διέπουν την συλλογική ζωή, ακριβώς επειδή εγώ μαζί με τους άλλους ελεύθερους συνανθρώπους μου δημιουργήσαμε αυτούς τους νόμους. Ακόμη και αν δεν συμφωνώ με κάποιον νόμο τον σέβομαι και το τηρώ επειδή συμφωνώ με τη διαδικασία κατά την οποία δημιουργήθηκε αυτός ο νόμος. Το πρόταγμα, λοιπόν της αυτονομίας καταλαβαίνουμε πως νοείται ως πολιτικό ζήτημα. Τον όρο πολιτική ο Καστοριάδης τον αναφέρει με την κανονική του σημασία, δηλαδή το ενδιαφέρον των ανθρώπων για τα ζητήματα που διέπουν την κοινωνική ζωή και να αποφασίζουν για αυτά. Σε αυτό το σημείο ο Καστοριάδης τονίζει πως δεν μπορεί να προταθεί από κανέναν αυστηρά και άκαμπτα πως θα εγκαθιδρυθεί μια αυτόνομη κοινωνία. Μια αυτόνομη κοινωνία τονίζει είναι μια δυνατή ιστορική δημιουργική διαδικασία. Η αυτονομία εδώ εκφράζεται ως ανανοηματοδότηση της έννοιας της δημοκρατίας. Ο Καστοριάδης εδώ λέει πως έχει τη σημασία του να τονίσουμε πως η γένεση της δημοκρατίας συνέπεσε ιστορικά με την γένεση της φιλοσοφίας. Όταν ο δήμος εγκαθιδρύει δημοκρατία ουσιαστικά φιλοσοφεί, διερωτάται, δίνει λύσεις. Στην γένεση της φιλοσοφίας συντέλεσε η θεωρία του χάους, ότι δηλαδή ο κόσμος δημιουργήθηκε από το κενό τυχαία, δεν υπάρχει μια καθορισμένη τάξη πραγμάτων ή νόμων που να συντέλεσε στη δημιουργία. Αυτή η έλλειψη καθοδήγησης είναι που οδήγησε στην γένεση της φιλοσοφίας και της δημοκρατίας. Όταν μιλάμε για δημοκρατία λέει ο Καστοριάδης μιλάμε φυσικά για άμεση δημοκρατία. Οι πόλεις υπό καθεστώς δημοκρατίας αυτοθεσμίζονται από ελεύθερους συνειδητούς πολίτες. Καταλαβαίνουμε από αυτό τη σχέση με την έννοια της αυτονομίας αφού η άμεση δημοκρατία αποτελεί κατά κάποιον τρόπο προϋπόθεση της αυτονομίας. Εν συνεχεία της έρευνας μας θα δούμε συγκεκριμένα την κοινωνία, τον νόμο- θεσμό και πως αυτά λειτουργούν. Ο νόμος γνωρίζουμε πως διέπει τις σχέσεις των ατόμων μέσα σε μια δεδομένη κοινωνία. Όμοια και ο θεσμός μόνο που ο θεσμός δημιουργήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την κοινωνία. Ανήκει στη σφαίρα του συμβολικού που διέπει όλο το φάσμα του κοινωνικού βίου. Κάθε κοινωνία λοιπόν λέει ο Καστοριάδης διέπεται από μια διφυία, δηλαδή χαρακτηρίζεται από το συνολιστικό-ταυτιστικό στοιχείο, το λογικό και από το φαντασιακό. Μια αυτόνομη κοινωνία χαρακτηρίζεται από αυτεπίγνωση, δηλαδή απαρτίζεται από αυτόνομα άτομα τα οποία δημιουργούν τους νόμους τους –θεσμούς τους και το κάνουν ενσυνείδητα. Αντίθετα μια ετερόνομη κοινωνία, όπως υποδηλώνει και ή ίδια ορολογία της λέξης ετερόνομος, απαρτίζεται από άτομα τα οποία είναι υποδουλωμένα στους νόμους –θεσμούς, δηλαδή θεωρούν τους νόμους-θεσμούς ότι είναι δημιούργημα κάποιου εξωκοινωνικού παράγοντα. Και η ετερόνομη κοινωνία θεσμίζεται όμως δεν το γνωρίζει. Αυτό που οδηγεί στην ετερονομία είναι η λεγόμενη ξένωση, η οποία είναι το σύνολο των συνθηκών καταπίεσης που θεσμίζει και θεσμίζεται που χειραγωγεί, και έχει ως αποτέλεσμα την «καταπιεστική δομή της κοινωνίας που ζούμε»(φθκ161) Για να δούμε το άτομο ως ον δι εαυτόν, προκείμενου να κατανοήσουμε την θέση του μέσα σε μια κοινωνία. Το ον δι εαυτό είναι το ανθρώπινο όν ως σύνολο. Αποτελείται από το έμβιο, το αρχετυπικό θα λέγαμε, περιλαμβάνει τις βιολογικές λειτουργίες, το κοινωνικό δι εαυτό και το ψυχικό. Θα σταθούμε στο ψυχικό δι εαυτό. Πρόκειται για την ψυχή και τις ιδιότητες της, εκεί διακρίνουμε την ριζική φαντασία η οποία χαρακτηρίζεται από μια αυτονόμηση. Δηλαδή προσλαμβάνει εξωτερικά ερεθίσματα όμως καταφέρνει να τα μετασχηματίζει όπως επιθυμεί. Σε αυτό το χαρακτηριστικό του όντος οφείλουμε το γεγονός ότι μπορούμε να μιλάμε για δημιουργία, για τον χρόνο ως οντολογική δημιουργία, για ιστορία, για την δυνατότητα εγκαθίδρυσης μιας νέας κοινωνίας. Όλη η σκέψη του Καστοριάδη γύρω από την πραγμάτωση της αυτονομίας, πρόκειται για ένα πρόταγμα. Αυτό σημαίνει ότι δεν στοχεύει στο να μείνει στο πεδίο της θεωρίας αλλά να γίνει πράξη, ένα επαναστατικό πρόταγμα μια επαναστατική πολιτική. Η επανάσταση εδώ ορίζεται ως η επιστροφή σε ένα «σημείο εκκίνησης» σε μια «αρχική κατάσταση πραγμάτων» Σημαίνει κυριολεκτικά «παλινόρθωση» μιας προηγούμενης κατάστασης. Την προϋποθέτει η συνειδητή επιθυμία μετασχηματισμού των θεσμών. Κάποια οφέλη που απολαμβάνουμε σήμερα εμείς όπως για παράδειγμα την καθιέρωση του οχτάωρου και την κάποια αύξηση του βιοτικού επιπέδου τα οφείλουμε στα επαναστατικά κινήματα των προηγούμενων ετών. Φωτεινά παραδείγματα υπήρξαν η Γαλλική επανάσταση, τα Σόβιετ του 1917, ο Μάης του 68. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει αυτόματα ότι η επιθυμία μετασχηματισμού πάντα εξ ορισμού θα είναι καλοπροαίρετη, εξαρτάται κάθε φορά από το τι επιθυμούμε να πετύχουμε μέσω μιας επανάστασης. Στις σημερινές σύγχρονες κοινωνίες σε πολιτικό επίπεδο η κατάσταση είναι μακριά από μια κατάσταση αυτονομίας- δημοκρατίας, ο Καστοριάδης συνήθιζε να χαρακτηρίζει τα πολιτεύματα ως φιλελεύθερες ολιγαρχίες. Ο οικονομικός τομέας φαίνεται να έχει κατακτήσει όλες τις εκφάνσεις της ζωής Αυτή η οικονομοκεντρική θεώρηση της ζωής δημιουργεί έναν τύπο ανθρώπου παθητικό που χαρακτηρίζεται από ιδιώτευση με παντελή έλλειψη πολιτικής συνείδησης και κοινωνικής ευθύνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα δικαιώματα που κερδήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια για παράδειγμα στον εργατικό τομέα και όχι μόνο, να κινδυνεύουν να χαθούν. Ένα μεγάλο ερώτημα με το οποίο έρχονται αντιμέτωποι όλοι όσοι ασχολούνται με το ζήτημα της αυτονομίας έχει να κάνει με το αν η πραγμάτωση της αυτονομίας πρόκειται για μια ουτοπία. Ο Καστοριάδης λέει πως ο όρος ουτοπία αναφέρεται σε κάτι που δεν υπήρξε ποτέ η αυτονομία όμως υπήρξε κατά καιρούς έστω και σαν αίτημα, έστω και τμηματικά. Θα τελειώσω παραθέτοντας μια φράση- πρόβλεψη του Καστοριάδη. «Eίτε οι Δυτικοί αποκτούν ξανά την πολιτική και πνευματική τους δημιουργικότητα και γίνονται ικανοί να επηρεάσουν αποφασιστικά μια γόνιμη επαφή ανάμεσα στην ευρωπαϊκή παράδοση και τις άλλες κουλτούρες (κάτι τέτοιο μπορεί βεβαίως να ξεκινήσει και από τον μη δυτικό κόσμο). *Eίτε όλος ο κόσμος σκλαβώνεται όλο και περισσότερο από την αυτονομημένη πορεία της τεχνοεπιστήμης και της οικονομικής ανάπτυξης για την οικονομική ανάπτυξη. Kαι τότε, με κανένα τρόπο, δεν θα μπορέσει να αποφευχθεί η εξάπλωση της πιο εφιαλτικής ουτοπίας.
Institution and School/Department of submitter: Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας
Subject classification: Καστοριάδης, Κορνήλιος, 1922-1997
Keywords: Αυτονομία,Πολιτική,Δημοκρατία,Φαντασία,Autonomy,Politics,Democracy,Imagination
URI: http://olympias.lib.uoi.gr/jspui/handle/123456789/28089
Appears in Collections:Διατριβές Μεταπτυχιακής Έρευνας (Masters)

Files in This Item:
File Description SizeFormat 
Μ.Ε. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΣΤΕΛΛΑ 2017.pdf806.06 kBAdobe PDFView/Open



 Please use this identifier to cite or link to this item:
http://olympias.lib.uoi.gr/jspui/handle/123456789/28089
  This item is a favorite for 0 people.

Items in DSpace are protected by copyright, with all rights reserved, unless otherwise indicated.